8/29/2012

Τάγματα Εφόδου-παραστρατιωτική οργάνωση προσκείμενη αρχικά στο Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (DAP)

 Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η οργάνωση Sturmabteilung (συντομογραφία: SA, ελληνική προφορά: Στουρμαμπτάιλουνγκ, Ες-Α, ελληνικά: Τάγματα Εφόδου) ήταν παραστρατιωτική οργάνωση προσκείμενη αρχικά στο Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (DAP) και στη συνέχεια στη μετεξέλιξή του το NSDAP (Γερμανικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα) του Χίτλερ.                                                                     Ίδρυση

Ύστερα από την ίδρυση του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος, του οποίου ο πολιτικός προσανατολισμός ήταν εθνικιστικός - αντισημιτικός, έγινε σαφές ότι οι συναντήσεις των μελών του μικρού κόμματος, που πραγματοποιούνταν κυρίως σε μπιραρίες του Μονάχου είχαν ανάγκη περιφρούρησης. Δημιουργήθηκε, έτσι, το 1920 ένα σώμα περιφρούρησης, το οποίο ονομάστηκε "Ρολκομμάντο" (Rollkommando). Σε αυτό στρατολογήθηκαν, αρχικά, κυρίως μέλη της παράνομης, ακροδεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης "Φράικορπς" (Freikorps, επί λέξει ελεύθερο σώμα), η οποία είχε δημιουργηθεί για να πολεμήσει τους Κομμουνιστές και να "προστατεύσει τα Γερμανικά σύνορα" και, κυρίως, από το τμήμα του Φράικορπς που ονομαζόταν "Consul" αλλά είχε το προσωνύμιο "Ταξιαρχία Έρχαρτ" (Brigade Ehrhardt) και ήταν, στην πραγματικότητα, μια συμμορία δολοφόνων. Αρχικά υπήρξαν ορισμένες διαφωνίες για το κατά πόσον η SA θα έπρεπε να θεωρείται άμεση μετεξέλιξη του Φράικορπς, ωστόσο οι κοινές δραστηριότητες (μάχες σε μπιραρίες και δρόμους κατά των αντιφρονούντων) και τα πολλά κοινά και στις δύο οργανώσεις μέλη, ενισχύουν την άποψη αυτή. Ο πρώην λοχαγός του Στρατού Ερνστ Ρεμ αναλαμβάνει την καλύτερη οργάνωση και την προμήθειά τους με όπλα. Επικεφαλής αναλαμβάνει ο Εμίλ Μορίς (Emil Maurice), ενώ εκπαίδευση στα στελέχη της παρέχει η "Ταξιαρχία Έρχαρτ". Έτσι, τυπικά, η ίδρυση της SA τοποθετείται στις 4 Νοεμβρίου 1921Ο Ρεμ, αν και δεν ηγείται τυπικά της οργάνωσης, είναι ο κινητήριος μοχλός της. Οι διασυνδέσεις του τόσο με στελέχη της Ράιχσβερ (Γερμανικός Στρατός) όσο και με τοπικούς αξιωματούχους της Αστυνομίας και των πολιτικών αρχών, του εξασφαλίζουν απρόσκοπτη δράση στρατολόγησης, εκπαίδευσης και εξοπλισμού της SA.
 Ωστόσο, δεν αργεί να συγκρουστεί με τον Χίτλερ (τέλη 1921), καθώς ο Ρεμ προσδοκά την μετεξέλιξη της SA σε κανονικό στρατό, ενώ ο Χίτλερ την χρειάζεται μόνον ως όργανο προπαγάνδας και εκμηδενισμού πολιτικών αντιπάλων (με τη βία). Ο Ρεμ, παρακούοντας τον τότε ηγέτη της Οργάνωσης είχε ήδη ξεκινήσει την εκπαίδευση στελεχών της SA σε αμιγώς στρατιωτικά θέματα, αλλά ο Χίτλερ σταμάτησε αυτή τη δραστηριότητα αμέσως μόλις την αντελήφθη.
Η SA φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμη στον Χίτλερ, που θεωρεί ότι μπορεί να του παρέξει όλη την υποστήριξη που του χρειάζεται και έτσι στις 8 Νοεμβρίου 1923 αποπειράται, με την υποστήριξή της, το Πραξικόπημα της μπιραρίας. Το Πραξικόπημα αποτυγχάνει, οι ηγέτες του συλλαμβάνονται και οι περισσότεροι εγκλείονται στην φυλακή. Εκεί ο Χίτλερ αναπτύσσει ισχυρή φιλία με τον Ρεμ.
Ο Ρεμ και ο Χίτλερ αποφυλακίζονται το 1924 και συνεργάζονται στενά για την επανίδρυση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Αρχικά δημιούργησαν το "Frontbann", το νόμιμο υποκατάστατο της SA (που είχε τεθεί εκτός νόμου). Ο Ρεμ εξελέγη μέλος του Ράιχσταγκ ως μέλος του Εθνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελευθερίας (μετονομασία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, που επίσης είχε τεθεί εκτός νόμου).
 Και πάλι, όμως, ανέκυψαν διαφωνίες μεταξύ Ρεμ και Χίτλερ. Ως συνέπεια αυτών των διαφωνιών, ο Ρεμ παραιτήθηκε από το βουλευτικό αξίωμα το 1925 και έφυγε για την Βολιβία, όπου εργάστηκε ως σύμβουλος στον βολιβιανό Στρατό. Η SA έχει πλέον ως ηγέτη - μέχρι το 1926 τον Βολφ Γκραφφον Χέλντορφ (Wolf Graf von Helldorf), στον οποίο ανέθεσε την αρχηγία ο Ρεμ, όταν εξελέγη βουλευτής. Με την αναχώρησή του, όμως, ο Χέλντορφ χάνει την ηγεσία της και μόνο το 1926 ο Χίτλερ τοποθετεί επικεφαλής τον Φραντς Φέλιξ φον Πφέφερ φον Σάλομον (Franz Felix von Pfeffer von Salomon). Αυτός παραμένει ηγέτης της ως το 1930, οπότε ο Χίτλερ ανέλαβε ο ίδιος την ηγεσία της SA, αλλάζοντας και τον τίτλο του ηγέτη της σε "Chef des Stabes" (Αρχηγός του Επιτελείου). Ο Πφέφερ έφυγε από την SA καθώς ο Χίτλερ αρνήθηκε να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τα μέλη της να καταλάβει έδρα στο Ράιχσταγκ (Γερμανικό Κοινοβούλιο). Τοποθετεί τον Δρα Ότο Βάγκενερ (Dr Otto Wagener) προσωρινό ηγέτη της SA (αρχές Αυγούστου 1931), αλλά, λίγερ μερες αργότερα, τα μέλη της SA στο ανατολικό τμήμα της χώρας επαναστατούν, υπό την ηγεσία του Ταγματάρχη (Oberster SA-Führer Ost) Βάλτερ Στένες (Walther Stennes), διαμαρτυρόμενα για προβλήματα με τους Γκαουλάιτερ και, κυρίως, για τη συνεχιζόμενη αναστολή πληρωμών τους.
Το Σύνταγμα 31 του Βερολίνου επιτίθεται εναντίον των γραφείων του Γιόζεφ Γκέμπελς στο Βερολίνο και ξυλοκοπεί τα μέλη της SS που τα φρουρούν. Η μόνη δύναμη που μπορεί να σταματήσει την SA είναι πλέον η Αστυνομία.
Ο Χίτλερ, όμως, δεν θέλει ούτε να το διανοηθεί, καθώς απομένουν λίγες μόνον ημέρες ως τις εκλογές: Σπεύδει από το Μόναχο και καταφέρνει να πείσει τους εξαγριωμένους SA ότι οι μισθοί τους θα αυξηθούν και θα τους δοθούν περισσότερες εξουσίες. Έχοντας αντιληφθεί ότι η οργάνωση έχει γίνει περισσότερο ισχυρή από όσο θα ήθελε, αναλαμβάνει ο ίδιος την αρχηγία της (2 Σεπτεμβρίου 1930) και αποδίδει νέο τίτλο στον ηγέτη της, αυτόν του "Αρχηγού του Επιτελείου" (Stabschef).
1931-1945
Μη θέλοντας να παραμείνει ηγέτης της SA απέστειλε προσωπική παράκληση στον Ρεμ να επιστρέψει για να αναλάβει "Αρχηγός του Επιτελείου". Ο Ρεμ αποδέχτηκε την πρόταση και, τον Ιανουάριο του 1931 γίνεται "Stabschef" της SA. Η επάνοδός του συνοδεύτηκε από ριζοσπαστικές ιδέες, φρόντισε, όμως, να τοποθετήσει προσωπικούς του φίλους σε ηγετικές θέσεις. Πολλά  ηγετικά στελέχη του Κόμματος, όμως, δεν βλέπουν θετικά την επάνοδο του Ρεμ, και ιδιαίτερα οι Γκέρινγκ και Χίμλερ και χρειάστηκε η προσωπική παρέμβαση του Χίτλερ για να δώσουν και επίσημα την συγκατάθεσή τους.
Η SA αριθμεί πλέον περίπου 1.000.000 μέλη και συνεχίζει τις οδομαχίες κατά των Κομμουνιστών και των Εβραίων.
Τρομοκρατεί, επίσης, όλους τους αντιτιθέμενους στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, κυρίως τους εκδότες, τους καθηγητές, τους πολιτικούς, τους επιχειρηματίες, αλλά και τους τοπικούς αξιωματούχους που "δεν είναι συνεργάσιμοι". Συχνά, επίσης, παίρνει το μέρος των εργαζομένων που απεργούν, επιτίθεται και ξυλοκοπεί τους απεργοσπάστες και συμμετέχει σε διαδηλώσεις και πικετοφορίες.
Ο Ρεμ, όμως, δεν έχει ξεχάσει τον αρχικό προσανατολισμό που έχει θέσει για την SA, να την καταστήσει, δηλαδή, αντικαταστάτη του Εθνικού Στρατού. Οι προθέσεις του δεν περνούν απαρατήρητες από τον Χίτλερ αλλά ούτε από τον Καγκελάριο Χάινριχ Μπρύνινγκ (Heinrich Brüning), ο οποίος δίνει εντολή διάλυσης και της SA και της SS. Η Αστυνομία καταλαμβάνει τα γραφεία και των δύο οργανώσεων και κατάσχει όλα τους τα υπάρχοντα (15 Απριλίου 1932). Ωστόσο, ο Μπρύνινγκ αντικαθίσταται σύντομα από τον Φραντς φον Πάπεν (Franz von Papen), τον οποίο ο Χίτλερ καταφέρνει να πείσει να άρει την απαγόρευση λειτουργίας των δύο οργανώσεων, πράγμα που επιτυγχάνει στις 4 Ιουνίου. Ο Πάπεν παραιτείται με τη σειρά του. Τον αντικαθιστά ο Κουρτ φον Σλάιχερ.Το [1933]] ο Χίτλερ αντικαθιστά τον φον Σλάιχερ στο αξίωμα του Καγκελάριου και η SA θα έπρεπε να είναι από τα βασικά του στηρίγματα.
Ωστόσο, ο ηγέτης της, Ρεμ, αποτελεί εν δυνάμει αντίπαλο του Χίτλερ μέσα στο Κόμμα, ηγούμενος μιας πανίσχυρης οργάνωσης. Γι' αυτό ο Χίτλερ αποφασίζει να εξουδετερώσει, τόσο αυτόν όσο και την SA. Κρίνει ότι η SA έχει εκπληρώσει την αποστολή της, που ήταν να στηρίξει την κατάληψη της εξουσίας.
Ο Χίτλερ και το Κόμμα δεν την χρειάζονται πλέον. Σε αυτό τον ενθαρρύνει ο Γκέρινγκ, ο οποίος, ύστερα από τον Εμπρησμό του Ράιχσταγκ, αναγκάζεται να δεχτεί ως "βοηθητική αστυνομία" (Hilfspolizei) 24.000 άνδρες της SA, γεγονός που τον γεμίζει τρόμο, καθώς δεν μπορεί να τους ελέγξει. Ο Χίτλερ συμμερίζεται τη γνώμη του. Ο Ρεμ και η οργάνωσή του πρέπει να φύγουν από τη μέση.
Με τη βοήθειά της SS και του Χίμλερ, το Κόμμα αρχίζει να διαδίδει ανοικτά πλέον ότι ο Ρεμ είναι ομοφυλόφιλος, κάτι που είναι γνωστό ήδη από το 1931, οπότε η εφημερίδα Munchener Post δημοσίευσε επιστολές του προς φίλο, στον οποίο εξομολογείται τις σεξουαλικές του σχέσεις με άνδρες. Διαπιστωμένα ομοφυλόφιλος είναι, επίσης, ο υπαρχηγός του Έντμουντ Χάινες (Edmund Heines). Το Κόμμα ισχυρίζεται ότι οι επιστολές είναι πλαστές, αλλά τα γεγονότα δεν διαψεύδονται: Ο ταγματάρχης (Gruppenführer) Καρλ Ερνστ (Karl Ernst), που πιστεύεται ότι έπαιξε ρόλο και στον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, είναι μπράβος σε λέσχη ομοφυλόφιλων.
Με δεδομένο ότι Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα αποκηρύσσει ανοικτά και με κάθε τρόπο την ομοφυλοφιλία, αυτός είναι επαρκής λόγος για την απομάκρυνσή τους. Επιπλέον ο Ρεμ σχεδιάζει την μετεξέλιξη της SA σε τακτικό στρατό, κάτι που όλες οι ηγετικές φυσιογνωμίες του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος -  και ο Φύρερ - απορρίπτουν κατηγορηματικά.
 Έτσι, τον Ιανουάριο του 1934 ο Χίτλερ δίνει εντολή στην Γκεστάπο να συλλέξει στοιχεία που να ενοχοποιούν τον Ρεμ, τον οποίο θεωρεί - και ορθά - πολιτικό του αντίπαλο. Τον Φεβρουάριο αναγγέλλει τον περιορισμό των δραστηριοτήτων της SA. Ο Ρεμ ανταπαντά αυξάνοντας τον αριθμό των ενόπλων της SA, κάτι που πολλοί εκλαμβάνουν ως προετοιμασία ανταρσίας και πραξικοπήματος. Ο Ρεμ προτείνει την ένταξη αρκετών ηγετών της οργάνωσης στον Στρατό, που αρνείται την "προσφορά" των επιπλέον στελεχών.
 Ωστόσο, η οργάνωση (και ο ηγέτης της) αρχίζει να φαίνεται επικίνδυνη και στον ίδιο τον Χίτλερ, ο οποίος έχει αντιληφθεί ότι, αν δεν την εξουδετερώσει, δεν θα μπορέσει να κυριαρχήσει και στο τελευταίο - και ιδιαίτερα σημαντικό - προπύργιο αντίστασης στα σχέδιά του: Τον Γερμανικό στρατό (Βέρμαχτ). Στις 30 Ιουνίου 1934 ο Ρεμ και οι ανώτεροι αξιωματούχοι της SA καλούνται σε σύσκεψη σε ένα ξενοδοχείο στα περίχωρα του Μονάχου. Εκεί συλλαμβάνονται, και οι αφοσιωμένοι του Χίτλερ Χέρμαν Γκέρινγκ και Χάινριχ Χίμλερ κατηγορούν τον Ρεμ ως ομοφυλόφιλο. Ο Χίμλερ, ειδικά, φθονεί τον Ρεμ επειδή η οργάνωση την οποία δημιούργησε και διευθύνει, η SS (τότε σωματοφυλακή του Χίτλερ), δεν έχει τη ισχύ και την επιρροή της SA.
Ο Ρεμ υφίσταται ψυχολογικές πιέσεις για να ομολογήσει. Δεν το πράττει και τότε, κατ' εντολή του Χίτλερ, του προσφέρεται ένα πιστόλι για να αυτοκτονήσει. Αρνείται να το πράξει και, τελικά, δολοφονείται από χαμηλόβαθμα στελέχη των SA με ριπές αυτόματων όπλων. Αυτό θα σημάνει και το τέλος της παντοδυναμίας της οργάνωσης SA, η οποία δεν διαλύεται μεν, αλλά παραμένει στο παρασκήνιο, "παροπλισμένη".



 Η νύκτα αυτή έχει επονομαστεί "Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών".

Με την εξουδετέρωση της SA ο Χίτλερ καταφέρνει να πείσει και τους ευγενούς καταγωγής στρατιωτικούς για τις προθέσεις του σχετικά με την αποκατάσταση της Γερμανίας στο διεθνές πολιτικό σκηνικό. 
Αποσπά, έτσι, από τους αξιωματικούς μια δήλωση αφοσίωσης στο πρόσωπό του. Παρά το γεγονός αυτό, ο Χίτλερ ποτέ δεν συμπάθησε τους αξιωματικούς του, οι οποίοι ήταν όλοι, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, πιστοί της Πρωσικής στρατιωτικής παράδοσης και ευγενούς καταγωγής και, φυσικά, κανείς τους δεν ήταν μέλος του Κόμματος.
 Ως συνέπεια της συνεχώς αυξανόμενης αντιπάθειάς του απέναντί τους, περίπου πενήντα ηγετικές φυσιογνωμίες των Στρατιωτικών δυνάμεων (Βέρμαχτ) θα εκτελεστούν, θα αυτοκτονήσουν "εν διατεταγμένη υπηρεσία" ή θα σφαγιαστούν με φρικτό τρόπο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η οικονομικά άρχουσα τάξη υποστήριξε εξ αρχής τον Χίτλερ. 
Οι ιδιοκτήτες βαρέων βιομηχανιών, φοβούμενοι την οικονομική ύφεση, στην οποία είχε περιπλέξει τη χώρα η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, δεν έφεραν κανένα εμπόδιο στην άνοδο των Ναζιστών στην εξουσία:
Αντίθετα, στήριξαν οικονομικά το Κόμμα, όπως ο μεγιστάνας Γκούσταβ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ του βιομηχανικού κολοσσού Κρουπ (Krupp). Όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία, η ανεργία είχε πλήξει το 30% του ενεργού πληθυσμού, ο πληθωρισμός (εισαγόμενος και μη) είχε φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη.
Οι "Γιούνγκερς", όπως αποκαλούσαν την οικονομικά άρχουσα τάξη, ήθελαν πάση θυσία να επαναφέρουν τις επιχειρήσεις τους στην κερδοφορία και οι νόμοι της Δημοκρατίας, όπως και οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών, δεν τους άφηναν τέτοια περιθώρια.
Υποστήριξαν τον Χίτλερ και το Κόμμα του, ευελπιστώντας σε οικονομική ανάκαμψη.
Το ίδιο έκαναν και οι ιδιοκτήτες των μεγάλων Τραπεζών, οι οποίοι αντιτίθονταν στην αυστηρή νομοθεσία που είχε θεσπιστεί επί Δημοκρατίας. Η αμοιβαία υποστήριξη κεφαλαίου και Ναζί οδήγησε σε οικονομική ανάκαμψη με τη μείωση της ανεργίας, που μάστιζε τη Γερμανία της Δημοκρατίας. Ως αποτέλεσμα, το ΑΕΠ της χώρας ανέβηκε από τα 59,1 δισ. μάρκα το 1933 στα 129 δισ. μάρκα το 1939[25].
Ο Χίτλερ αρχικά είχε ως κεφαλή της Γερμανικής κεντρικής Τράπεζας (αργότερα τον διόρισε Υπουργό Οικονομικών) τον Χιάλμαρ Σαχτ (Hjalmar Schacht). Αυτός ήταν ο οικονομικός "εγκέφαλος" των Ναζί και, ακολουθώντας φαινομενικά ανορθόδοξη πολιτική, πέτυχε εκπληκτικά οικονομικά αποτελέσματα: Εκμεταλλεύεται στο έπακρο την αποδέσμευση των αποθεμάτων χρυσού από το νόμισμα, που επήλθε ως συνέπεια της Οικονομικής Κρίσης του 1929, διατηρεί πολύ χαμηλά τα επιτόκια δανεισμού και καταρτίζει έντονα ελλειμματικούς προϋπολογισμούς:
Εκατοντάδες δημόσια έργα χρηματοδοτούνται κατ' αυτό τον τρόπο αλλά, δημιουργώντας την ανάγκη εργατικών χεριών για την εκτέλεσή τους, μειώνουν την ανεργία με ρυθμό που καμία άλλη χώρα δεν κατάφερε να επιτύχει ύστερα από την Οικονομική Κρίση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου